Ο μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου

Ο Διόδωρος Σικελιώτης, σχετικά με το μύθο αυτό, αναφέρει:

«Οι συγγραφείς μύθων λένε πως πριν από εκείνα τα χρόνια, ο Μίνωας, σύμφωνα με τη συνήθεια, αφιέρωνε τον ωραιότερο ταύρο που γεννιόνταν στον Ποσειδώνα και τον θυσίαζε στο θεό. Καθώς ο ταύρος που γεννήθηκε τότε ήταν σπάνιας ομορφιάς, ο Μίνωας θυσίασε άλλον μικρότερης αξίας. Ο Ποσειδώνας θύμωσε με τον Μίνωα κι έκανε τη γυναίκα του την Πασιφάη να ερωτευθεί τον ταύρο. Με τη ευρηματικότητα του Δαίδαλου, η Πασιφάη έσμιξε με τον ταύρο και γέννησε το Μινώταυρο της μυθολογίας. Αυτός είχε διπλή φύση, το πάνω μέρος του σώματός του μέχρι τους ώμους ήταν ταύρος, ενώ το υπόλοιπο άνθρωπος. Λέγεται, λοιπόν, πως, για να μένει το τέρας, ο Δαίδαλος έφτιαξε το Λαβύρινθο, του οποίου οι δίοδοι ήταν ελικοειδείς και δεν μπορούσαν να βρουν την άκρη τους όσοι δεν τις ήξεραν και εκεί ζούσε ο Μινώταυρος που έτρωγε τους επτά νέους και επτά νέες που έστελναν οι Αθηναίοι»… «Μόλις πέρασαν τα εννιά χρόνια, ήρθε πάλι ο Μίνωας στην Αττική με μεγάλο στόλο και ζητώντας τους δεκατέσσερις νέους και νέες, τους πήρε. Αυτή τη φορά ήταν και ο Θησέας σ’ εκείνους που επρόκειτο να αποπλεύσουν, ο Αιγέας έκανε συμφωνία με τον κυβερνήτη και τον πρόσταξε στην περίπτωση που ο Θησέας θα νικήσει το Μινώταυρο, να επιστρέψει το πλοίο με λευκά πανιά και αν σκοτωθεί με μαύρα, όπως συνήθισαν να κάνουν πριν. Φτάνοντας στην Κρήτη, η Αριάδνη, η θυγατέρα του Μίνωα, ερωτεύθηκε το Θησέα που είχε εξαίρετο παρουσιαστικό, ο Θησέας μίλησε μαζί της κι εξασφαλίζοντας τη βοήθειά της σκότωσε το Μινώταυρο και μαθαίνοντας από αυτή την έξοδο του Λαβυρίνθου σώθηκε. Για την επιστροφή στην πατρίδα έχοντας κλέψει την Αριάδνη απέπλευσε νύκτα και κρυφά κι έφτασε στο νησί που τότε ονομαζόταν Δία και σήμερα Νάξος. Εκείνον τον καιρό, σύμφωνα με το μύθο, εμφανίστηκε ο Διόνυσος στο νησί και λόγω της ομορφιάς της Αριάδνης πήρε την κόρη από το Θησέα, να την έχει μόνιμη σύζυγό του και να την αγαπάει πάνω από όλες. Πράγματι, μετά το θάνατό της, από την αγάπη του την έκρινε άξια αθάνατων τιμών κι έβαλε στ’ αστέρια του ουρανού το στέμμα της Αριάδνης. Ο Θησέας και οι φίλοι του, λένε, στεναχωρήθηκαν πολύ από την αρπαγή της Αριάδνης και από τη λύπη τους ξέχασαν την παραγγελία του Αιγέα, έτσι κατέπλευσαν στην Αττική με ανοικτά τα μαύρα πανιά. Ο Αιγέας μόλις είδε το πλοίο να πλησιάζει, πιστεύοντας πως ο γιος του πέθανε, έκανε μια πράξη που ήταν ηρωική, αλλά ήταν και συμφορά, γιατί ανέβηκε στην ακρόπολη κι απελπισμένος από τη ζωή του ένεκα της υπερβολικής λύπης του έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκε. (Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλος 4, 60-77)